Η πρόσληψη εργαζομένων με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπό δοκιμή αποτελεί συνήθη πρακτική σε πλήθος ιδιωτικών επιχειρήσεων. Μέσω της συγκεκριμένης μορφής σύμβασης, παρέχεται στον εργοδότη η δυνατότητα να αξιολογήσει την απόδοση και καταλληλότητα του εργαζομένου πριν από την ενδεχόμενη σύναψη σύμβασης αορίστου χρόνου.
Πρόκειται για μία σύνθετη μορφή εργασιακής σχέσης, η οποία έχει ως σκοπό την αξιολόγηση του εργαζομένου για ενδεχόμενη μετατροπή της σύμβασής του σε σύμβαση αορίστου χρόνου, χωρίς να υποχρεούται ο εργοδότης να προχωρήσει σε αυτή τη μετατροπή.
Κατά την ισχύουσα νομοθεσία και τη νομολογία, η σύμβαση αυτού του τύπου λύεται αυτοδικαίως με τη λήξη της συμφωνημένης διάρκειας, χωρίς να απαιτείται καταγγελία και χωρίς την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης. Για να παραχθεί όμως το αποτέλεσμα της αυτοδίκαιης λήξης, απαιτείται ο εργοδότης να ενημερώσει εγκαίρως τον εργαζόμενο ότι η σύμβαση δεν θα συνεχιστεί. Η ενημέρωση αυτή δεν συνιστά καταγγελία, ούτε απαιτεί ειδικό τύπο.
Σε περίπτωση μη ενημέρωσης, ή αν συνεχιστεί η παροχή εργασίας μετά το τέλος της δοκιμαστικής περιόδου, η σύμβαση μετατρέπεται σε σύμβαση αορίστου χρόνου (άρθρο 671 ΑΚ). Αντίθετα, η έγκαιρη γνωστοποίηση της μη συνέχισης της εργασιακής σχέσης οδηγεί σε λήξη της σύμβασης χωρίς καμία άλλη ενέργεια.
Όπως έχει κριθεί (βλ. ΜΕφΑθ 532/2025), η γνωστοποίηση της λήξης τέτοιας σύμβασης, ακόμη και αν περιλαμβάνει αιτιολογία, δεν μπορεί να προσβληθεί ως άκυρη καταγγελία, διότι δεν πρόκειται περί καταγγελίας αλλά περί απλής ενημέρωσης για το τέλος της σχέσης. Εξάλλου, δεν υφίσταται έννομο συμφέρον του εργαζομένου για προσβολή τέτοιας γνωστοποίησης, εφόσον δεν τεκμηριώνεται παραβίαση της καλής πίστης ή παρακώλυση της διαδικασίας αξιολόγησης.
Για να ιδρυθεί δικαίωμα συνέχισης της εργασίας ή μετατροπής της σύμβασης σε αορίστου χρόνου, ο εργαζόμενος οφείλει να επικαλεστεί και να αποδείξει ότι ο εργοδότης παρακώλυσε την πλήρωση της εξουσιαστικής αίρεσης (δηλαδή της αξιολόγησης) κατά τρόπο που προσκρούει στην καλή πίστη, βάσει των άρθρων 200, 207 και 281 ΑΚ.
Εν κατακλείδι, ο εργαζόμενος που προσλαμβάνεται με δοκιμαστική σύμβαση ορισμένου χρόνου έχει μεν εύλογη προσδοκία μονιμοποίησης, αλλά όχι εξασφαλισμένο δικαίωμα, εκτός αν προκύπτει κατάχρηση δικαιώματος από τον εργοδότη ή πλημμέλεια στη διαδικασία αξιολόγησης. Η επαρκής και εμπρόθεσμη ενημέρωση περί μη ανανέωσης της σύμβασης επαρκεί για τη λήξη της σχέσης χωρίς να γεννάται αξίωση επαναπρόσληψης ή αποζημίωσης.