Back to top

Τα εργασιακά δικαιώματα των γονέων και των φροντιστών ατόμων με αναπηρία

Η Ευρωπαϊκή Ένωση επικύρωσε το 2006 τη Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τα δικαιώματα των ατόμων με αναπηρία. Η Σύμβαση αυτή αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της έννομης τάξης της Ένωσης, και οι νομικές πράξεις της Ένωσης πρέπει να ερμηνεύονται, όσο το δυνατόν, κατά τρόπο που να συνάδει με τη Σύμβαση. Η Σύμβαση προβλέπει, ειδικότερα στο άρθρο 7 παράγραφος 1, ότι τα συμβαλλόμενα σε αυτήν μέρη λαμβάνουν όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε τα παιδιά με αναπηρία να απολαμβάνουν όλα τα ανθρώπινα δικαιώματα και τις θεμελιώδεις ελευθερίες σε ισότιμη βάση με τα άλλα παιδιά.

Στο πλαίσιο αυτό ψηφίστηκε η οδηγία (ΕΕ) 2019/1158 του ευρωπαϊκού κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 20ής Ιουνίου 2019 σχετικά με την ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής για τους γονείς και τους φροντιστές .

Σύμφωνα με τον ορισμό που δίνει η οδηγία «φροντιστής» θεωρείται κάθε εργαζόμενος που παρέχει προσωπική φροντίδα ή υποστήριξη σε συγγενή ή πρόσωπο που κατοικεί στο ίδιο νοικοκυριό με τον εργαζόμενο και που έχει ανάγκη σημαντικής φροντίδας ή υποστήριξης για σοβαρό ιατρικό λόγο.

Ειδικότερα για να δοθούν σε άνδρες και γυναίκες με ευθύνες φροντίδας μεγαλύτερες δυνατότητες να παραμείνουν στο εργατικό δυναμικό, κάθε εργαζόμενος θα πρέπει να δικαιούται άδεια φροντίδας για πέντε εργάσιμες ημέρες κατ' έτος. Τα κράτη μέλη μπορούν να ορίσουν ότι η άδεια αυτή μπορεί να λαμβάνεται κατά δόσεις μιας ή περισσοτέρων εργάσιμων ημερών ανά περίπτωση.

Η  παρούσα οδηγία καθορίζει τις  ελάχιστες απαιτήσεις, δίνοντας έτσι  στα  κράτη μέλη  τη  δυνατότητα θέσπισης ή διατήρησης διατάξεων ευνοϊκότερων για  τους  εργαζόμενους. Η εφαρμογή της παρούσας οδηγίας δεν θα πρέπει να  χρησιμεύει για  τη  μείωση υφιστάμενων βάσει  του  ενωσιακού δικαίου δικαιωμάτων, ούτε  και  να  συνιστά βάσιμη δικαιολογία για την υποβάθμιση του γενικού επιπέδου προστασίας των εργαζομένων στα πεδία που καλύπτει η παρούσα οδηγία.

Η αποτελεσματική εφαρμογή των αρχών της ίσης μεταχείρισης και των ίσων ευκαιριών απαιτεί την κατάλληλη δικαστική προστασία των εργαζομένων από τυχόν δυσμενή μεταχείριση ή δυσμενείς επιπτώσεις που προκύπτουν από καταγγελία ή διαδικασία σχετική με τα δικαιώματα που προβλέπει η παρούσα οδηγία. Οι εργαζόμενοι μπορεί να αποθαρρύνονται να ασκούν τα δικαιώματά τους λόγω του κινδύνου αντιποίνων και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να προστατεύονται από κάθε δυσμενή μεταχείριση όταν ασκούν τα δικαιώματά τους που προβλέπονται στην παρούσα οδηγία.

Οι  εργαζόμενοι που  ασκούν το  δικαίωμά τους  να  λάβουν άδεια  ή  να  ζητούν ευέλικτες ρυθμίσεις εργασίας κατά  τα προβλεπόμενα στην παρούσα οδηγία, θα πρέπει να προστατεύονται έναντι απόλυσης και οποιασδήποτε προκαταρκτικής ενέργειας ενόψει πιθανής απόλυσης εξαιτίας του  ότι  ζήτησαν ή  έλαβαν τέτοια άδεια  ή  άσκησαν το  δικαίωμά τους  να ζητήσουν αυτές  τις  ευέλικτες ρυθμίσεις εργασίας.

Οι  εργαζόμενοι που  θεωρούν ότι  έχουν  απολυθεί επειδή άσκησαν τα ανωτέρω δικαιώματα θα  πρέπει να  μπορούν να  ζητήσουν από  τον  εργοδότη να  παρουσιάσει δεόντως τεκμηριωμένους λόγους για την απόλυση. Εάν ο εργαζόμενος είχε ζητήσει ή λάβει άδεια φροντίδας κατά  τα  προβλεπόμενα στην  παρούσα οδηγία, ο  εργοδότης θα  πρέπει να  παρουσιάσει γραπτώς τους  λόγους της απόλυσης.

Το βάρος της απόδειξης ότι η απόλυση δεν οφείλεται στο ότι ο εργαζόμενος ζήτησε ή έλαβε άδεια  φροντίδας κατά  τα  προβλεπόμενα στην  παρούσα οδηγία θα  πρέπει να  βαρύνει τον  εργοδότη, εάν  ο εργαζόμενος, ενώπιον δικαστηρίου ή  άλλης  αρμόδιας αρχής, τεκμηριώσει πραγματικά περιστατικά ικανά  να  στηρίξουν την πεποίθηση ότι απολύθηκε για τους ανωτέρω λόγους.

Τα κράτη μέλη οφείλουν να θέσουν σε ισχύ τις αναγκαίες νομοθετικές, κανονιστικές και διοικητικές διατάξεις για να συμμορφωθούν με την παρούσα οδηγία έως τις 2 Αυγούστου 2022.

Του Ανδρέα Μιχαήλου, δικηγόρου, συνιδρυτή της TANDEM. Η TANDEM συμβουλεύει ιδιωτικούς και δημόσιους οργανισμούς για ζητήματα προσβασιμότητας εμποδιζόμενων ατόμων.

ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟ ΕΠΟΜΕΝΟ ΠΙΣΩ ΣΤΑ ΝΕΑ