Η απασχόληση μετά τη συνταξιοδότηση αποτελεί πλέον συχνό φαινόμενο και όχι εξαίρεση.
Σήμερα, το ασφαλιστικό σύστημα δεν αντιμετωπίζει πλέον τη σύνταξη και την εργασία ως έννοιες που αποκλείουν η μία την άλλη, αλλά επιτρέπει την παράλληλη ύπαρξή τους με πιο ήπιους και πρακτικούς κανόνες.
Παρόλα αυτά η εργασία συνταξιούχων εξακολουθεί να συνοδεύεται από συγκεκριμένες υποχρεώσεις και έννομες συνέπειες, οι οποίες δεν είναι πάντοτε επαρκώς γνωστές.
Καταρχάς, πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με το ισχύον καθεστώς, η ανάληψη εργασίας μετά τη συνταξιοδότηση δεν συνεπάγεται μείωση ή περικοπή της καταβαλλόμενης σύνταξης.
Η κύρια και η επικουρική σύνταξη εξακολουθούν να καταβάλλονται κανονικά, χωρίς τις γενικευμένες περικοπές που ίσχυαν σε προγενέστερα καθεστώτα. Η εργασία, αυτή καθαυτή, δεν οδηγεί πλέον σε απώλεια συνταξιοδοτικού δικαιώματος.
Ωστόσο, η απασχόληση του συνταξιούχου δεν είναι ασφαλιστικά ουδέτερη.
Ο εργαζόμενος συνταξιούχος υπάγεται κανονικά στην ασφάλιση και καταβάλλει τις προβλεπόμενες ασφαλιστικές εισφορές, ανάλογα με τη μορφή της απασχόλησης. Πέραν των εισφορών αυτών, επιβάλλεται και επιπλέον πόρος υπέρ του e-ΕΦΚΑ, ο οποίος έχει ρητά μη ανταποδοτικό χαρακτήρα. Για τους μισθωτούς, ο πόρος αυτός ανέρχεται σε ποσοστό 10% επί των μικτών αποδοχών, ενώ για τους μη μισθωτούς αντιστοιχεί σε ποσοστό 50% της ασφαλιστικής εισφοράς της επιλεγείσας κατηγορίας.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι ο εν λόγω πόρος δεν λαμβάνεται υπόψη για τον υπολογισμό μελλοντικής προσαύξησης της σύνταξης. Λειτουργεί αποκλειστικά ως ειδική επιβάρυνση λόγω της ιδιότητας του εργαζόμενου συνταξιούχου και δεν δημιουργεί πρόσθετα συνταξιοδοτικά δικαιώματα.
Σε ό,τι αφορά τον χρόνο ασφάλισης που διανύεται μετά τη συνταξιοδότηση, το ισχύον πλαίσιο προβλέπει τη δυνατότητα αξιοποίησής του για προσαύξηση της ήδη καταβαλλόμενης σύνταξης. Η αξιοποίηση αυτή δεν επέρχεται αυτοδικαίως.
Απαιτείται η υποβολή σχετικής αίτησης μετά τη λήξη της απασχόλησης, προκειμένου να υπολογιστεί η προσαύξηση με βάση τις καταβληθείσες εισφορές και τις συντάξιμες αποδοχές του συγκεκριμένου διαστήματος. Τα οικονομικά αποτελέσματα της προσαύξησης εκκινούν από τον επόμενο μήνα της υποβολής της αίτησης και όχι αναδρομικά από τον χρόνο διακοπής της εργασίας.
Σε περίπτωση που ο συνταξιούχος δεν επιθυμεί να αξιοποιήσει τον χρόνο αυτό για αύξηση της σύνταξης, προβλέπεται η επιστροφή των ασφαλιστικών εισφορών που καταβλήθηκαν για το διάστημα της απασχόλησης, σύμφωνα με τη νόμιμη διαδικασία.
Κομβικής σημασίας είναι, τέλος, η υποχρέωση δήλωσης της απασχόλησης.
Ο συνταξιούχος οφείλει να δηλώσει στον e-ΕΦΚΑ, πριν από την ανάληψη εργασίας, ότι πρόκειται να απασχοληθεί. Η παράλειψη της δήλωσης αυτής δεν αντιμετωπίζεται ως τυπική παράβαση, αλλά επισύρει ιδιαίτερα αυστηρή κύρωση, η οποία συνίσταται στην επιστροφή ποσού ίσου με δώδεκα μηνιαίες συντάξεις, με δυνατότητα παρακράτησης από τις καταβαλλόμενες παροχές. Αντίστοιχη δήλωση απαιτείται και στις περιπτώσεις όπου, λόγω της φύσης της απασχόλησης, δεν προκύπτει υποχρέωση καταβολής εισφορών ή πόρου.
Παράλληλα, σε περίπτωση μη καταβολής των προβλεπόμενων εισφορών ή του επιπλέον πόρου για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο μηνών, οι σχετικές οφειλές δύνανται να παρακρατηθούν απευθείας από το σύνολο των συντάξεων που λαμβάνει ο συνταξιούχος.
Συμπερασματικά, η εργασία μετά τη συνταξιοδότηση έχει πλέον αποσυνδεθεί από τη λογική της αυτόματης περικοπής της σύνταξης, παραμένει όμως ένα πεδίο που απαιτεί γνώση και προσοχή. Η ορθή δήλωση της απασχόλησης, η κατανόηση των οικονομικών επιβαρύνσεων και η σωστή αξιοποίηση του χρόνου ασφάλισης αποτελούν καθοριστικούς παράγοντες ώστε η εργασία να λειτουργήσει συμπληρωματικά και όχι επιβαρυντικά για τον συνταξιούχο.